Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Για όσους είναι διακοπές και για όσους γυρίζουν από διακοπές, 
για όσους βλακωδώς νομίζουν ότι οι διακοπές είναι καπιταλιστική "συνήθεια" και όχι κατάκτηση των εργαζομένων κόντρα στις επιθυμίες των καπιταλιστών, 
αλλά και για μας που παλεύουμε για μια κοινωνία όπου οι διακοπές θα είναι ο κανόνας και η εργασία θα πάψει να είναι μισθωτή σκλαβιά, 
για μας που βαρυγκομάμε όχι γιατί θα μπει κάρτα, αλλά γιατί (και αυτή) η Διοίκηση το μόνο που γνωρίζει να κάνει είναι να ασχολείται με το ωράριο και όχι με το τι γίνεται πραγματικά στις μονάδες, 
για μας που δεν μας νοιάζει μόνο αν θα δώσει την ημέρα του 15Αύγουστου ο ΓΔ, αλλά αν θα καταλάβουν ποτέ οι Διοικούντες ποιος είναι ο στόχος του ΟΚΑΝΑ και για το πότε ποτέ θα σταματήσουν τους εμμονικούς αυτοσχεδιασμούς.

Για μας λοιπόν, αλλά και τους "άλλους", αναδημοσιεύουμε εν είδει αφιέρωσης, το άρθρο, που ακολουθεί για το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης. Το άρθρο δημοσιεύτηκε σε ένα από τα πιο έγκυρα ιατρικά περιοδικά, το The New England Journal of Medicine Impact Factor 72.406), και συγκεκριμένα στο τεύχος του Ιουνίου, γραμμένο από τον Leo Eisenstein, B.A, από το Harvard Medical School, στη Βοστώνη

Σημείωση 1: Ας το διαβάσουν παρακαλούμε και τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής, ούτως ώστε από Σεπτέμβριο να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε.... 
Σημείωση 2: Ευχαριστούμε ιδιαίτερα τους μεταφραστές/στριες. Έκαναν μέσα στο κατακαλόκαιρο θαυμάσια δουλειά. Όπως πάντα άλλωστε....

Ακολουθεί το κείμενο:


The New England Journal of Medicine
June 20, 2018
To Fight Burnout, Organize, by Leo Eisenstein, B.A.

ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ, ΟΡΓΑΝΩΣΟΥ!
Leo Eisenstein, B.A.
Harvard Medical School, Boston.
Ο κλινικός γιατρός που εφηύρε τον όρο «επαγγελματική εξουθένωση» δεν ανήκε στους γιατρούς Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, τους θαμμένους κάτω από ένα χαρτοβασίλειο, ούτε στους γιατρούς των Επειγόντων Περιστατικών, που ταλανίζονται από ένα δύσχρηστο ηλεκτρονικό αρχείο συστήματος υγείας. Ήταν ο Herbert Freudenberger, Ψυχολόγος, ο οποίος εργαζόταν σε μία κλινική παροχής δωρεάν υπηρεσιών υγείας (free clinic) το 1974. Πραγματευόμενος τους παράγοντες κινδύνου για την επαγγελματική εξουθένωση, έγραψε για τα προσωπικά χαρακτηριστικά (π.χ., «αυτό το άτομο που αισθάνεται την ανάγκη να προσφέρει») και για τη μονοτονία της δουλειάς από τη στιγμή που αυτή γίνεται ρουτίνα. Επίσης, υπέδειξε εργαζόμενους συγκεκριμένων επαγγελματικών χώρων – «εμείς που εργαζόμαστε σε κλινικές παροχής δωρεάν υπηρεσιών υγείας, Θεραπευτικές Κοινότητες, Γραμμές SOS, Κέντρα Παρέμβασης σε περιπτώσεις κρίσεων, κλινικές Γυναικών, Κέντρα ομοφυλόφιλων, Εστίες Στέγασης-ξενώνες» - προβαίνοντας σε μία σύνδεση μεταξύ της επαγγελματικής εξουθένωσης και της εμπειρίας να φροντίζεις περιθωριοποιημένες  ομάδες ασθενών.
Τα τελευταία χρόνια, η επαγγελματική εξουθένωση έχει εξελιχθεί σε πρωταρχική ανησυχία ανάμεσα σε γιατρούς και σε άλλους επαγγελματίες που παρέχουν Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Αλλά, στην πορεία, η έννοια διαχωρίστηκε από το αρχικό πλαίσιο των κλινικών παροχής δωρεάν υπηρεσιών υγείας. Η σύνδεση μεταξύ περιθωριοποιημένων ασθενών και επαγγελματικής εξουθένωσης των κλινικών ιατρών φαίνεται να έχει χαθεί.
Ως τεταρτοετής Φοιτητής Ιατρικής, έλαβα άφθονες προειδοποιήσεις για τις πηγές της επαγγελματικής εξουθένωσης: υπέρμετρη απασχόληση σε διαδικασίες εισαγωγής δεδομένων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, πάρα πολλές ώρες στον εργασιακό χώρο, το συναίσθημα πως δεν είσαι παρά γρανάζι σε μία μηχανή, πολλά γραφειοκρατικά καθήκοντα. Ως νεοεισελθείς στην Ιατρική, αισθάνομαι φοβισμένος από όλα αυτά. Από όσα, όμως, έχω παρατηρήσει – τόσο κατά τη διάρκεια της φοίτησής μου στην Ιατρική Σχολή, όσο και πριν την εγγραφή μου, όταν εργαζόμουν για κάποια χρόνια σε κλινικές του δικτύου προστασίας (safety-net clinics)* – το πλαίσιο της Κλινικής παροχής δωρεάν υπηρεσιών υγείας, όπως το περιγράφει o Freudenberger, υποδεικνύει μία άλλη πηγή επαγγελματικής εξουθένωσης που δεν λαμβάνει την πρέπουσα προσοχή. Πρόκειται για την εμπειρία της φροντίδας ασθενών, όταν γνωρίζεις πως οι κοινωνικο-οικονομικές και δομικές συνθήκες, στις οποίες ζουν, προκαλούν ενεργά  τέτοιου είδους βλάβες, ώστε κανένα φάρμακο δεν μπορεί να τους βοηθήσει. Ως Φοιτητές Ιατρικής, επιμορφωνόμαστε ως προς τους κοινωνικούς παράγοντες που καθορίζουν την υγεία και δεχόμαστε όλο και περισσότερες προειδοποιήσεις σχετικά με την επαγγελματική εξουθένωση, όμως πολύ λίγα μαθαίνουμε σχετικά με τους τρόπους κατά τους οποίους οι πρώτοι ενδέχεται να επιδράσουν στην δεύτερη – παραδείγματος χάριν, πώς οι Κλινικοί γιατροί μπορεί να αισθανθούν καταβεβλημένοι λόγω της ένδειας και της καταπίεσης που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς τους. Μπορεί ακόμη να αισθανθούν ανίσχυροι, όταν δεν είναι σε θέση να προσφέρουν κάτι περισσότερο από, ας πούμε, μία συστατική επιστολή σε έναν ιδιοκτήτη, εξηγώντας πως, αν αυτός σβήσει την παροχή θέρμανσης μίας ασθενούς-ενοικιάστριας, θα ήταν επιβλαβές για την υγεία της. Μπορεί να αισθάνονται αποθαρρυμένοι, όταν συνειδητοποιούν πως η οδηγία τους «Μη λάβετε τη συνταγογραφούμενο φάρμακο με άδειο στομάχι» καταλήγει στη σποραδική λήψη του φαρμάκου από τους ασθενείς, επειδή οι ασθενείς δεν έχουν πάντοτε κάτι για να φάνε.
Αυτοί οι παράγοντες που επιφέρουν επαγγελματική εξουθένωση δεν αφορούν αποκλειστικά τους γιατρούς. Στην Ιατρική Σχολή, ωστόσο, έχω δει ένα επιπρόσθετο πρόβλημα, που μπορεί να την κάνει ιδιαίτερα οδυνηρή για αυτούς: έχουμε οδηγηθεί (και επιτρέπουμε στους εαυτούς μας) να πιστεύουμε πως εμείς ως άτομα έχουμε περισσότερη δύναμη από όση διαθέτουμε στην πραγματικότητα. Παρά την στροφή προς την συλλογική φροντίδα από μία ομάδα, η εικόνα των γιατρών ως μοναδικών ηρώων, ως σωτήρων, παραμένει βαθιά ριζωμένη στην ιατρική κουλτούρα. Για πολλούς ανθρώπους, η άσπρη ποδιά και το συνταγολόγιο αντιπροσωπεύουν την ύψιστη μορφή ατομικής διαμεσολάβησης, την κατ' εξοχήν εικόνα κοινωνικής ισχύος.  Αλλά, στην πράξη, ένας γιατρός θα συναντήσει ασθενείς, στους οποίους τα προβλήματα υγείας απορρέουν από έναν φαύλο κύκλο φτώχειας και περιθωριοποίησης, εκτεινόμενο επί πολλές γενεές, που ενδέχεται να ξεπερνά τις ικανότητες ακόμη και του πιο οξυδερκή, εξαιρετικού γιατρού. Η αντιμετώπιση των δυσμενών κοινωνικών συνθηκών από κάθε κλινικό γιατρό ξεχωριστά δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε απογοήτευση: ο γιατρός, που πίστεψε ότι θα είχε την δυνατότητα να εκμεταλλευθεί στο έπακρο την ικανότητα του για ατομική διαμεσολάβηση, καταλήγει να αισθάνεται εντελώς αδύναμος. Δεν είναι πια ένας μοναχικός ήρωας – είναι απλά μόνος.
Στην σύνδεση αυτή μεταξύ των κοινωνικών παραγόντων που καθορίζουν την υγεία και της επαγγελματικής εξουθένωσης, διακρίνω ένα πρόβλημα, αλλά παράλληλα και έναν τρόπο να προχωρήσουμε προς κάποια λύση. Εάν αυτή η πηγή επαγγελματικής εξουθένωσης προέρχεται κατά κύριο λόγο από την αδυναμία του κάθε ατόμου ξεχωριστά, τότε η οργάνωση προς μια δράση συλλογική θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης. Καθένας από εμάς μπορεί να συνηγορεί υπέρ της εισαγωγής των άστεγων ασθενών του σε λίστες αναμονής για δημόσιες δομές στέγασης. Αλλά τι θα συνέβαινε, εάν όλοι οι γιατροί με άστεγους ασθενείς οργανώνονταν προκειμένου να απαιτήσουν πιο οικονομική στέγαση;
Η οργάνωση λειτουργεί τόσο στρατηγικά όσο και θεραπευτικά – στρατηγικά, επειδή η συλλογική εργασία και φωνή μας είναι μεγαλύτερα από το άθροισμα των μερών τους, θεραπευτικά κατά την έννοια που διατύπωσε η ακτιβίστρια Grace Lee Boggs: «Η δημιουργία και η ενδυνάμωση της κοινότητας είναι, για το συλλογικό πεδίο, ό,τι είναι η πνευματική άσκηση για το άτομο». Όταν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας όχι ως ξεχωριστούς δρώντες, καθένας απομονωμένος σε ένα εξεταστικό δωμάτιο, αλλά ως μία συλλογικότητα ενωμένη για κοινό σκοπό, αρχίζουμε να αισθανόμαστε λιγότερο μόνοι.
Κάποιοι ερευνητές έχουν αναρωτηθεί εάν η προάσπιση των ασθενών από τους γιατρούς θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως επαγγελματική υποχρέωση ή ως ένας φιλόδοξος στόχος. Για εμένα, η σύνδεση μεταξύ επαγγελματικής εξουθένωσης  των γιατρών και περιθωριοποίησης των ασθενών αλλάζει τους όρους αυτής της δημόσιας συζήτησης. Πέρα από το αν οφείλουμε ή αν θα έπρεπε να το κάνουμε για τους ασθενείς μας, η συλλογική υπεράσπιση με σκοπό την αντιμετώπιση των επιβλαβών κοινωνικών παραγόντων που καθορίζουν την υγεία μπορεί να ενδυναμώσει το ηθικό των γιατρών και, επομένως, να αποτελέσει πράξη ατομικής φροντίδας. Η οργάνωση προς την κατεύθυνση ανάληψης συλλογικών δράσεων σημαίνει ότι φροντίζουμε τόσο τους ασθενείς, όσο και τους εαυτούς μας.
Πιθανότατα, έχετε ακούσει ξανά αυτήν την παραβολή: Μία ομάδα φίλων βρίσκεται σ’ ένα ορμητικό ποτάμι, όπου βρίσκουν ανθρώπους να πνίγονται. Οι φίλοι βουτάνε στα νερά για να σώσουν όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν. Αλλά οι άνθρωποι που πνίγονται πληθαίνουν. Μόλις οι φίλοι σώζουν έναν άνθρωπο, αμέσως βλέπουν κι άλλον. Κάποια στιγμή, ένας φίλος αρχίζει να πηγαίνει αντίθετα στο ρεύμα. Ένας άλλος, εξαντλημένος, του φωνάζει: «Πού πηγαίνεις;» Ο πρώτος λέει: «Πάω να ανακαλύψω τι σπρώχνει όλους αυτούς τους ανθρώπους στο ποτάμι».
Η κλασική ανάγνωση της παραβολής αυτής παραπέμπει στην πρόληψη, αλλά επίσης δείχνει πώς οι καθοριστικοί παράγοντες, οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί νωρίτερα, συμβάλλουν στην επαγγελματική εξουθένωση. Να τι συνέβη, υποθέτω, στον φίλο που στράφηκε ενάντια στο ρεύμα: αντελήφθη την ασταμάτητη ροή των πνιγμένων ανθρώπων που έφταναν προς το μέρος τους.  Συμπέρανε πως θα πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους δύναμη, κρυμμένη πίσω από κάποια καμπή του ποταμού, που έστελνε τους ανθρώπους στον πνιγμό. Αντελήφθη ότι ο ίδιος και οι φίλοι του εξαντλούνταν, βρίσκονταν στο χείλος της εξουθένωσης λόγω της επείγουσας, ατέρμονης εργασίας. Έτσι, παρακίνησε τους φίλους του να κινηθούν αντίθετα, όχι μόνο προς όφελος των ανθρώπων που πνιγόντουσαν, αλλά και προς δικό τους όφελος.
Προφανώς, δεν είναι κάτι νέο για τους κλινικούς πρώτης γραμμής να έχουν φτάσει στα όριά τους, να οργανώνονται και να ξεκινούν να κατευθύνονται αντίθετα στο ρεύμα. Αυτό συνέβη όταν γιατροί έφτιαξαν οργανώσεις συλλογικής δράσης, όπως τους Γιατρούς υπέρ της Κοινωνικής Ευθύνης και τους Γιατρούς υπέρ του Εθνικού Προγράμματος Υγείας. Αυτό συνέβη όταν κλινικοί γιατροί προσχώρησαν στις διαδηλώσεις της Ηθικής Δευτέρας στη Βόρεια Καρολίνα με σκοπό να παλέψουν για την επέκταση της Medicaid. Και αυτό συμβαίνει κάθε Κυριακή πρωί στη Βοστώνη, όταν ειδικευόμενοι και θεράποντες γιατροί, αντιμέτωποι με την επιδημία υπερδοσολογίας οπιοειδών, οργανώνονται στην ομάδα SIFMA NOW με σκοπό να προασπίσουν το δικαίωμα για εποπτευόμενες υπηρεσίες ενδοφλέβιας χρήσης ως μία στρατηγική μείωσης βλάβης.
Στο SIFMA NOW, (Supervised Injection FacilitiesMA) οι επαγγελματίες υγείας οργανώνονται από κοινού με υπερασπιστές των πρακτικών μείωσης βλάβης και με χρήστες ψυχοδραστικών ουσιών. Η ομάδα δίνει στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα να χτίσουν γέφυρες αλληλεγγύης και να αναλάβουν δράση σε μία κατά τα άλλα σαρωτική κρίση. Η Dinah Applewhite, ειδικευόμενη γιατρός στο Γενικό Νοσοκομείο Μασαχουσέτης, προβληματίστηκε σε μία πρόσφατη συνάντηση σχετικά με το πώς η οργάνωση μπορεί να αποτελέσει βάλσαμο για εκείνη ως γιατρό: «Παρ' ότι καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια στην κλινική, είχα πάρα πολλούς ασθενείς που έπαιρναν υπερβολική δόση, που αποκτούσαν ενδοκαρδίτιδα ή μολύνονταν από Ηπατίτιδα C ή HIV από πρακτικές μη ασφαλούς ενδοφλέβιας χρήσης. Η συμμετοχή μου σε μία κοινότητα υπoστηρικτών, μου δίνει την δυνατότητα να παλέψω για να βρω λύσεις σε αυτή την κρίση. Αυτό σημαίνει ότι παίρνω ενέργεια και ότι έχω κάπου να βασιστώ, αντί να βρίσκομαι εξουθενωμένη από αυτές τις τραγωδίες που μπορούν να αποτραπούν».
Οι κοινωνικοί παράγοντες που καθορίζουν την Υγεία –και το αίσθημα των Γιατρών ότι είναι ανίσχυροι μπροστά σε αυτούς– φαίνεται πως απουσιάζουν από τη συζήτηση περί επαγγελματικής εξουθένωσης, παρ' ότι η παρουσία τους είναι αποφασιστικής σημασίας. Αυτό το είδος εξουθένωσης είναι το αίσθημα που σε κατακλύζει όταν προσπαθείς να σώσεις τους ανθρώπους που πνίγονται, αλλά αυτοί συνεχίζουν να έρχονται.  Και είσαι διχασμένος μεταξύ ανταγωνιστικών αναγκών: των πιο άμεσων επειγουσών αναγκών των ανθρώπων που πνίγονται και των πιο μακροπρόθεσμων αναγκών να κατονομάσεις τις αρχικές εκείνες δυνάμεις που προκαλούν τη βλάβη, να τις αντιπαλέψεις και να απαιτήσεις να αποδοθούν ευθύνες για αυτές. Οι φοιτητές Ιατρικής εκπαιδεύονται να σκέπτονται από την σκοπιά της ατομικής διαμεσολάβησης και παραμένουν εγκλωβισμένοι σε αυτήν: Η ερώτηση «Τι μπορώ να κάνω εγώ;» ξεκινάει σοβαρά και φιλόδοξα, αλλά καταλήγει συχνά κυνική. Εάν οι Ιατρικές σχολές και τα Προγράμματα ειδίκευσης ιατρών κοιτάξουν σοβαρά την εξουθένωση, θα πρέπει να μας διδάξουν τη συλλογική δράση – να μας μάθουν να ρωτάμε «Τι μπορούμε να κάνουμε μαζί;». Για να καταπολεμήσουμε την επαγγελματική εξουθένωση δεν θα πρέπει ποτέ να ανησυχούμε ο καθένας μόνος του για τους κοινωνικούς παράγοντες που καθορίζουν την Υγεία, τους οποίους αντιμετωπίζουν οι ασθενείς μας. Για να καταπολεμήσεις την επαγγελματική εξουθένωση, οργανώσου!

*Για περισσότερες πληροφορίες για τις Safety-net clinics:
https://en.wikipedia.org/wiki/Safety_net_hospital