Όπου «θύελλες» οι στρατηγικές των τέως και των νυν κυβερνώντων κατά του κόσμου της εργασίας και ημών προσωπικά, ενώ «τρικυμίες μέσα σε δακτυλήθρα» οι αντιδράσεις ως τώρα – του κόσμου της εργασίας και ημών προσωπικά…
Όπου στην Ελλάδα της Ανάπτυξης ήρθε να προστεθεί το αφήγημα της Ελλάδας του Νόμου και της Τάξης – σύντομα και της Πατρίδας, της Θρησκείας και της Οικογένειας στη νεωτερική τους εκδοχή.
Όπου οι πολίτες κοιμούνται πλέον ήσυχοι και εθνικά υπερήφανοι (μια που ο πρωθυπουργός λέει τις ίδιες μπαρούφες με τον τέως αλλά σε στρωτά αγγλικά, και οι υπουργοί κάνουν τα ίδια αλλά στο τέλος, αντί για την επίκληση στην πάλη των τάξεων κάνουν το σταυρό τους). Ενώ στο μικρόκοσμό μας του «προοδευτικού τόξου» αναλωνόμαστε στον καυγά «αυτά να τα βλέπετε εσείς που αφήσατε να βγει ο Κούλης» vs «Γιατί, κι ο ΣΥΡΙΖΑ τα ίδια δεν έκανε; Μη σου πω ότι τα ‘κανε χειρότερα».
Μετά την υψηλή πολιτική, συγκεντρωνόμαστε στα του οίκου μας. Εδώ δεν υπάρχει διχογνωμία . Για την ώρα βρίσκουμε μπροστά μας αυτά που άφησαν οι προηγούμενοι.
I. Πρώτα και καλύτερη, τη Διοίκηση. Που δεν έσπευσε να παραιτηθεί όπως άλλες διορισμένες διοικήσεις, αλλά – αντίθετα- εκμεταλλεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε το καλοκαίρι ώστε να τακτοποιήσει με κάθε τρόπο γνωστούς, φίλους και υποτακτικούς. Νέα τμήματα, Πρότυπες μονάδες, ειδικές άδειες κοκ.
(Αναγκαία διευκρίνιση για όσους «έχουν τη μύγα»: το πρόβλημα δεν είναι αν γενικά είναι χρήσιμη μια νέα υπηρεσία ή αν δυο άνθρωποι χρειάζονται μια διευκόλυνση. Είναι πως αυτές οι αποφάσεις παίρνονται επιλεκτικά, με κριτήριο το ποιος καταθέτει το αίτημα κι όχι μια μελέτη κι ένα σχεδιασμό για τις ανάγκες του Οργανισμού – πολλώ μάλλον των εξαρτημένων).
Κι εκεί που νομίζαμε πως η εκδικητικότητα κι η σκατοψυχιά τους θα εξαντληθούν στα καψώνια που έκαναν στους (εναπομείναντες) γιατρούς, αποφάσισαν να κλείσουν πανηγυρικά την περίοδο με την ανάκληση του burn out. Λες και ήταν δώρο που εμείς οι αχάριστοι δεν το αξίζουμε. Λες και δε βλέπουν πόσοι συνάδελφοι έχουν φύγει από τον ΟΚΑΝΑ τα τελευταία χρόνια (πάνω από 70 σε μία τριετία), πόσοι προσπαθούν να φύγουν και πόσοι έχουν αρρωστήσει.
II.Για την κατάσταση των μονάδων, θα πούμε μόνον ότι η εξαίρεση, η ανάγκη να λειτουργεί πρόσκαιρα μια μονάδα χωρίς γιατρό γίνεται πλέον καθεστώς. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν χωρίς γιατρό έξι μονάδες στην περιφέρεια και τέσσερεις στην Αθήνα, ενώ άλλες δύο λειτουργούν με ολίγη από γιατρό.
III.Τη σκανδαλώδη συνέχιση κατασπατάλησης του δημοσίου χρήματος στα συνεργεία. Αυτό, βέβαια, δεν είναι νέο. Το νέο είναι πως, με την αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των τιμολογίων, οι αποδείξεις πληρωμής έρχονται πλέον στις μονάδες. Όπου φαίνεται πως, ενώ οι εργαζόμενες (που για ένα ακόμα καλοκαίρι υπέστησαν βρισιές, φωνές και καψώνια παρακαλώντας την εταιρεία να τους δώσει μια βδομάδα άδεια όταν τις βολεύει) δουλεύουν για 400 περίπου ευρώ, ενώ οι μονάδες δεν έχουν καθαρίστρια όσες ώρες χρειάζεται – το δημόσιο (εμείς κι αυτές, δηλαδή) πληρώνει στην εταιρεία περίπου έξι (ΕΞΙ) φορές το μισθό τους: ένα μερίδιο στην εργαζόμενη, πέντε στην εταιρεία! 2500 η εταιρεία, για να δώσει τα 400! Πώς στην ευχή, με ποιο επιχείρημα «τακτοποίησης», «οικονομίας», «καλής διαχείρισης» μπορεί κάποιος να το δικαιολογήσει;
IV.Last but not least, που λένε και στο χωριό μου, ο νόμος για τη συνταγογράφηση ναρκωτικών (Νόμος 4600, ΦΕΚ 43/Α, 09.03.19). Με το νόμο αυτό (ο οποίος ισχύει τυπικά από το Μάιο) αλλάζει ο τρόπος συνταγογράφησης των ναρκωτικών ουσιών, τροποποιούνται τα όρια ημερήσιας δοσολογίας/ συνολικής ποσότητας, οι ειδικότητες που επιτρέπεται να συνταγογραφούν. Με απλά λόγια, συμβαίνουν δύο σημαντικές αλλαγές που θα τις βρούμε μπροστά μας, κι εμείς και η κοινωνία:
α. Απλοποιείται (παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις) η συνταγογράφηση οπιοειδών για άλλες ενδείξεις πέρα από τον πόνο νεοπλασματικής αιτιολογίας.
β. δίνεται η δυνατότητα στους αναιθησιολόγους των δημοσίων δομών να συνταγογραφήσουν μεθαδόνη και βουπρενορφίνη για ποικίλες ενδείξεις – μεταξύ αυτών την αντιμετώπιση του συνδρόμου στέρησης («τον πόνο μη καρκινικής αιτιολογίας όταν υπάρχει εξάρτηση από οπιοειδή») και τις διαταραχές συμπεριφοράς. Η βουπρενορφίνη τιμολογήθηκε, μπήκε στο σύστημα της ΗΔΙΚΑ και είναι έτοιμη για συνταγογράφηση (για την ώρα, μάλιστα, χωρίς κανένα περιορισμό που να αφορά το δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα, την ειδικότητα του γιατρού και την ένδειξη).
Και αν το (β) είναι πολύ σημαντικό για τα μέλη των προγραμμάτων κι εμάς, ενδεχομένως το (α) να αποδειχθεί πιο επικίνδυνο για την κοινωνία. Η επιλογή του κράτους στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από 20 χρόνια να επιτρέψει στις φαρμακοβιομηχανίες να γεμίσουν την αγορά με οπιοειδή για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου κατέληξε στην «επιδημία των οπιοειδών» και σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από τα συνταγογραφούμενα οπιοειδή (κυρίως την Οξυκοδώνη και τη Φεντανύλη). Τώρα που το κράτος προσπαθεί να «συμμαζέψει» τα ασυμμάζευτα και εκδόθηκαν οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις στις ΗΠΑ κατά των φαρμακοβιομηχανιών, τώρα που οι εταιρείες ανοίγονται σε άλλες «παρθένες» αγορές (Ινδία, Δυτική Αφρική) – τώρα οι δικοί μας επιστήμονες από τα LIDL αποφάσισαν να αφήσουν ελεύθερο το πεδίο.
Το ερώτημα «τι θα κάνουν μ’όλα αυτά το νέο υπουργείο και η νέα διοίκηση» είναι ρητορικό. Αυτό που εμείς βλέπουμε σαν καμένη γη, για τους «νέους» είναι το εύφορο χώμα όπου θα σπείρουν κι άλλες περικοπές στα εργασιακά δικαιώματα, κι άλλη λιτότητα, μεγαλύτερη συρρίκνωση του δημοσίου τομέα, κι άλλες πόρτες στους ιδιώτες για ν’αυξήσουν την κερδοφορία τους. Και θα είναι αδίστακτοι – καμία αμφιβολία δεν έχουμε, όσο κι αν στο Υπουργείο μας υποδέχθηκαν με τσάι και συμπάθεια.
Το ανοιχτό ερώτημα είναι – πάντα- το τι θα κάνουμε εμείς. Η συνέλευση στην Αθήνα την προηγούμενη βδομάδα ήταν πολύ κατώτερη των προβλημάτων της περιόδου. Όμως, όσο κι αν και οι δικές μας αντοχές, και τα δικά μας κουράγια λιγοστεύουν καμιά φορά, δε θα κουραστούμε να το λέμε: Αν δεν κινητοποιηθούμε, αν δεν απαιτήσουμε, αν δεν κατέβουμε στο δρόμο τίποτα δεν πρόκειται να κερδίσουμε.
Τίποτα δε χαρίζεται – κάτι ξέρανε οι «παλιοί».